ροϊδιά

ροϊδιά
η см. ρο(δ)ιά

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "ροϊδιά" в других словарях:

  • ροϊδιά — η, Ν βοτ. βλ. ροδιά …   Dictionary of Greek

  • ῥοίδια — ῥοίδιον small pomegranate neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ροδιά — Oνομασία 8 οικισμών. 1. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 30 μ.), στην πρώην επαρχία Αιγιαλείας, του νομού Αχαΐας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (3 τ. χλμ.) και βρίσκεται NA του Αιγίου. 2. Oρεινός οικισμός (υψόμ. 500 μ.), στην πρώην επαρχία Πάτρας, του… …   Dictionary of Greek

  • ρυδία — ἡ, Α (κατά τον Ησύχ.) «ῥόα ή ῥοιά». [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. αντί ῥοϊδία (< ῥόα)] …   Dictionary of Greek

  • εθιμικά τραγούδια — Διάφορα δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται σε λατρευτικά και άλλα έθιμα. Πολλά από αυτά είναι προχριστιανικά και τα τραγουδούσαν σε διάφορες εποχές του έτους με σκοπό μαγικό, παραδείγματος χάριν για να βοηθήσουν στην ανάπτυξη των καρπών και στην… …   Dictionary of Greek

  • ροδιά — ροδιά, η και ροϊδιά, η κοινή ονομασία του δικοτυλήδονου φυτού Πουνική η ροιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρόιδι — το και ροϊδιά, η κτλ., βλ. ρόδι, ροδιά κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»